11/09/2011 - ANEKTIKOTHTA, Ε.Μ. Φόρστερ - Μέρος 1ο



Όλοι σήμερα μιλάνε για την ανασυγκρότηση. Οι αντίπαλοί μας διαθέτουν τα δικά τους σχέδια για μία νέα τάξη στην Ευρώπη, την οποία θα περιφρουρεί μία μυστική αστυνομία και εμείς από την πλευρά μας μιλάμε για την ανοικοδόμηση του Λονδίνου ή της Αγγλίας ή του δυτικού πολιτισμού και κάνουμε σχέδια για το πώς θα έπρεπε να συμβεί αυτό: πενταετή, επταετή ή εικοσαετή σχέδια. Και όλα αυτά είναι υπέροχα, όμως όταν ακούω αυτού του είδους τις συζητήσεις και βλέπω τους αρχιτέκτονες να ξύνουν τα μολύβια τους, τους εργολάβους να καταθέτουν τους προϋπολογισμούς τους και τους πολιτικούς να προκαθορίζουν τις σφαίρες της επιρροής τους και τον καθένα να στρώνεται στη δουλειά, ένα πολύ γνωστό χωρίο μου έρχεται στο νου: «Εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες»[1].

Πίσω από την ποιητική εικονοπλασία τούτων των λέξεων στέκει μία σκληρή επιστημονική αλήθεια και συγκεκριμένα πως εάν δε διαθέτεις ένα συγκροτημένο τρόπο σκέψης, μία ορθή ψυχική διάθεση, δε μπορείς να χτίσεις ή να ξαναχτίσεις ο,τιδήποτε που θα διαρκέσει στο χρόνο. Το συγκεκριμένο χωρίο λέει αλήθεια, όχι μόνο για τους θρησκευόμενους ανθρώπους, αλλά και για τους ανθρώπους που εργάζονται για οποιονδήποτε σκοπό και έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι ένας από τους μεγαλύτερους ιστορικούς μας, ο Δρ. Άρνολντ Τόϋνμπι, το επέλεξε για να προλογίσει τη μεγάλη μελέτη του περί της ανάπτυξης και της παρακμής των πολιτισμών.

Προφανώς θα έπρεπε να συμφωνήσουμε σε τούτο το σημείο: σίγουρα το μόνο γερό θεμέλιο ενός πολιτισμού είναι μια συγκροτημένη κατάσταση του νου, ένας συγκροτημένος τρόπος σκέψης. Οι αρχιτέκτονες, οι εργολάβοι, οι διεθνείς αρμοστές και οι επίτροποι, οι επιτροπές εμπορίου, οι ραδιοφωνικοί οργανισμοί ποτέ – από μόνοι τους - δεν θα χτίσουν έναν καινούργιο κόσμο. Πρέπει να έχουν εμπνευστεί από την κατάλληλη διάθεση και η κατάλληλη διάθεση πρέπει κατ'αρχήν να ενυπάρχει στους ανθρώπους για λογαριασμό των οποίων θα εργάζονται. Φερ’ ειπείν, ποτέ δεν θα αποκτήσουμε ένα όμορφο νέο Λονδίνο ωσότου οι άνθρωποι πάψουν να ζουν μέσα σε άσχημα σπίτια. Για την ώρα, δεν τους ενδιαφέρει’ απαιτούν την άνεση και αδιαφορούν για την ομορφιά της πόλης. Και πράγματι, δεν έχουν καθόλου γούστο.

Εγώ ο ίδιος ζω σε ένα άθλιο συγκρότημα διαμερισμάτων, αλλ’ ωστόσο δε μπορώ να πω ότι αυτό με απασχολεί και ωσότου όλοι μας αρχίσουμε να ασχολούμαστε, όλα τα σχέδια για μία ωραία ανοικοδόμηση του Λονδίνου είναι αυτομάτως καταδικασμένα να αποτύχουν.

Όμως το γενικότερο μέλλον του πολιτισμού μας απασχολεί όλους. Θέλουμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτό και συμφωνούμε πως το βασικό πρόβλημα είναι ψυχολογικό, πως ο Κύριος είναι αυτός που πρέπει να το οικοδομήσει εφόσον το έργο προορίζεται να σταθεί και να διαρκέσει, πως πρέπει να υπάρχει μία συγκροτημένη νοητική κατάσταση –ένας τρόπος σκέψης- προτού η διπλωματία ή η οικονομία ή οι σύνοδοι για το διεθνές εμπόριο καταφέρουν να αποδώσουν.

Ποιά νοητική κατάσταση όμως κρίνεται συγκροτημένη; Σε τούτο το σημείο είναι πιθανό να διαφέρουμε. Οι περισσότεροι άνθρωποι, εάν τους ρωτούσαν ποιά πνευματική ποιότητα απαιτείται για να ξαναχτιστεί ένας πολιτισμός, θα απαντούσαν: «Η αγάπη». Λένε πως οι άνθρωποι πρέπει να αγαπούν ο ένας τον άλλον’ και πως τα έθνη πρέπει να κάνουν το ίδιο και τότε οι αλλεπάλληλοι κατακλυσμοί που απειλούν να μας αφανίσουν θα αναχαιτισθούν.


Σέβομαι τούτην την άποψη αλλά διαφωνώ απόλυτα μαζί της. Η αγάπη αποτελεί μία τεράστια δύναμη στον ιδιωτικό βίο –είναι πράγματι το σπουδαιότερο απ’ όλα τα πράγματα: όμως η αγάπη στο δημόσιο βίο και τις δημόσιες υποθέσεις απλώς δεν λειτουργεί. Έχει δοκιμαστεί ξανά και ξανά: από τους χριστιανικούς πολιτισμούς του Μεσαίωνα όπως επίσης και από τη Γαλλική Επανάσταση –ένα κοσμικό κίνημα, που γι’ άλλη μία φορά διακήρυξε με θέρμη την Αδελφοσύνη του Ανθρώπου. Και πάντοτε αποτύγχανε. Η ιδέα πως τα έθνη οφείλουν να αγαπούν το ένα το άλλο, ή πως τα οικονομικά συμφέροντα ή τα διοικητικά συμβούλια των επιχειρήσεων οφείλουν να αγαπιούνται αναμεταξύ τους, ή πως παραδείγματος χάρη, ένας άνθρωπος στην Πορτογαλία, θα’ πρεπε να αγαπάει έναν άλλον άνθρωπο στο Περού, για τον οποίο ποτέ στη ζωή του δεν έχει ακούσει ούτε κουβέντα –είναι παράλογη, εξωπραγματική και το χειρότερο, είναι επικίνδυνη. Μας οδηγεί σ’ έναν βλαβερό και απροσδιόριστο συναισθηματισμό. «Αγάπη είναι το μόνο που χρειάζεται», ψάλλουμε ομαδικώς κι έπειτα ξανακουρνιάζουμε στις αναπαυτικές μας πολυθρόνες και ο κόσμος εξακολουθεί να παραμένει ο ίδιος. Το γεγονός είναι πως μπορούμε να αγαπήσουμε μονάχα αυτό που γνωρίζουμε από προσωπική εμπειρία. Και δεν μπορούμε να γνωρίσουμε πολλά.

Στο δημόσιο βίο, στο ζήτημα της ανασυγκρότησης ενός πολιτισμού, απαιτείται κάτι πολύ λιγότερο δραματικό και συναισθηματικό –και τούτο είναι η ανεκτικότητα. Η ανεκτικότητα είναι μία πολύ βαρετή αρετή. Είναι πληκτική. Σε αντίθεση με την αγάπη, έχει επικριθεί και κατασυκοφαντηθεί. Είναι αρνητική. Σημαίνει απλούστατα το να ανέχεσαι τους ανθρώπους, το να μπορείς να υπομένεις ορισμένα πράγματα. Ποτέ κανείς δεν έγραψε μία ωδή αφιερωμένη στην ανεκτικότητα, ούτε της ανέγειρε κάποιο άγαλμα. Κι ωστόσο αυτή είναι η ιδιότητα που θα αποδειχτεί πιο χρήσιμη αμέσως μετά τον πόλεμο. Αυτός είναι ο συγκροτημένος τρόπος σκέψης που αναζητούμε. Αυτή είναι η μοναδική δύναμη που θα επιτρέψει σε διαφορετικές φυλές και σε διαφορετικές τάξεις και σε διαφορετικά συμφέροντα να σκύψουν και να καταπιαστούν από κοινού με το έργο της ανοικοδόμησης. (Τέλος 1ου μέρους)

Απόδοση στα ελληνικά: Luciano Crinamorte


[1] Ψαλμοί του Δαυϊδ, Ψαλμός ΡΚΣΤ’

Το άρθρο του Έντγκαρ Μόργκαν Φόρστερ (1879-1970) με τίτλο The Unsung Virtue of Tolerance ακούστηκε για πρώτη φορά -υπό τη μορφή ραδιοφωνικής ομιλίας, στη ζωντανή εκπομπή που διατηρούσε ο συγγραφέας στο BBC- κατά τη διάρκεια του πολέμου (1941).

Το 1951 συμπεριελήφθη, σε ελαφρώς παραλλαγμένη μορφή, στη συλλογή άρθρων, δοκιμίων και ομιλιών που εξέδωσε ο συγγραφέας με γενικό τίτλο Two Cheers For Democracy, η οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία και πολλές επανεκδόσεις.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε στην Ελλάδα από τις εκδόσεις «Ερμείας» το 1990, με τίτλο «Δύο ζητωκραυγές για τη Δημοκρατία», σε μετάφραση της Νανάς Ησαΐα.

Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο προέρχονται από την κινηματογραφική ταινία "Σωσίβια Λέμβος" (Lifeboat, 1944) του Άλφρεντ Χίτσκοκ, με σενάριο Τζων Στάϊνμπεκ, Τζο Σουέρλινγκ και Μπεν Χεκτ, βασισμένο σε μία ιδέα του σκηνοθέτη.



επιστροφή...
Banner 2 Banner 3 Banner 3