19/09/2011 - ANEKTIKOTHTA, Ε.Μ. Φόρστερ - Μέρος 2ο



Ο κόσμος είναι κατάμεστος από ανθρώπους –αποκρουστικά γεμάτος- ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο γεμάτος και όλοι τους συνωστίζονται, πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλον. Τους περισσότερους από αυτούς τους ανθρώπους δεν τους γνωρίζει κανείς και οι περισσότεροι δεν του αρέσουν δεν του αρέσει το χρώμα της επιδερμίδας τους, λόγου χάρη, ή το σχήμα της μύτης τους, ή ο τρόπος που τη φυσούν ή ο τρόπος που βαδίζουν ή η μυρωδιά τους ή τα ρούχα που φορούν ή το γεγονός ότι τους αρέσει η τζαζ ή το γεγονός ότι δεν τους αρέσει η τζαζ και ούτω καθεξής.

Συνεπώς, τί θα μπορούσε να κάνει κάποιος; Υπάρχουν δύο λύσεις. Η μία από αυτές είναι η λύση των Ναζί. Εάν δε σου αρέσουν κάποιοι συγκεκριμένοι άνθρωποι τους σκοτώνεις, τους εξοστρακίζεις, τους απομονώνεις κι έπειτα αρχίζεις να παρελαύνεις πάνω-κάτω διακηρύσσοντας πως εσύ αποτελείς το άλας της γης.

Ο άλλος τρόπος είναι πολύ λιγότερο συναρπαστικός, όμως σε γενικές γραμμές αποτελεί τη λύση που ακολουθούν οι δημοκρατίες -και προσωπικά τον προτιμώ. Εάν δε σας αρέσουν κάποιοι συγκεκριμένοι άνθρωποι, προσπαθήστε να τους ανεχθείτε όσο καλύτερα μπορείτε. Μην προσπαθήσετε να τους αγαπήσετε, δε μπορείτε, το μόνο που θα καταφέρετε θα είναι να καταπιέσετε τον εαυτό σας. Αλλά προσπαθήστε να τους ανεχθείτε. Επάνω στη βάση τούτης της ανοχής ενδέχεται να οικοδομηθεί ένα πολιτισμένο μέλλον. Αναμφίβολα δεν είμαι σε θέση να διακρίνω κανένα άλλο θεμέλιο για το μεταπολεμικό κόσμο.

Γιατί αυτό που θα έχει μεγαλύτερη ανάγκη απ’ ο,τιδήποτε άλλο θα είναι οι αρνητικές αρετές: το να μην είναι κανείς εύθικτος, ευερέθιστος, οξύθυμος, εκδικητικός. Δεν έχω πλέον καμμία εμπιστοσύνη στα θετικά -μαχητικά- ιδεώδη, που πλέον τόσο δύσκολα μπορούν να πραγματωθούν, δίχως χιλιάδες άνθρωποι να σακατευθούν ή να κλειστούν στη φυλακή. Φράσεις όπως «Θα εξυγιάνω τούτο το έθνος», «Θα καθαρίσω τούτην την πόλη», με τρομοκρατούν και μου προκαλούν απέχθεια. Ίσως να μην είχαν και τόσο μεγάλη σημασία την εποχή που ο κόσμος ήταν πιο άδειος, πιο ευρύχωρος: τώρα όμως προκαλούν τη φρίκη, τώρα πια που κάθε έθνος έχει αναμιχθεί με το άλλο, τώρα πια που κάθε πόλη δεν μπορεί να διαχωριστεί οργανικά από τις γειτονικές της.

Και ένα άλλο σημείο: η ανασυγκρότηση δεν έχει πολλές πιθανότητες να επιτευχθεί σύντομα. Δεν πιστεύω ότι είμαστε ψυχολογικά έτοιμοι γι’ αυτήν, όσο σοφά και εάν την προετοιμάσουν οι αρχιτέκτονες και οι τεχνοκράτες. Μακροπρόθεσμα, ναι –ενδεχομένως. Η ιστορία της ανθρώπινης φυλής θα επιβεβαίωνε μία τέτοια ελπίδα. Ωστόσο ο πολιτισμός εμπεριέχει τις δικές του μυστηριώδεις οπισθοδρομήσεις και μου φαίνεται ότι είναι προδιαγεγραμμένο στη δική μας μοίρα να βιώσουμε μία από αυτές -συνεπώς πρέπει να το αναγνωρίσουμε και να συμπεριφερθούμε αναλόγως.

Η ανεκτικότητα, πιστεύω, θα είναι επιβεβλημένη μετά την εγκαθίδρυση της ειρήνης.


Ένα συγκεκριμένο παράδειγμα είναι πάντοτε χρήσιμο: όταν πλέον είχε υπογραφεί η συνθήκη ειρήνης, αναρωτιόμουν με ποιόν τρόπο θα έπρεπε να συμπεριφερθώ εάν συναντούσα Γερμανούς, από εκείνους που είχαν πολεμήσει εναντίον μας. Δεν θα προσπαθούσα να τους αγαπήσω: δεν θα αισθανόμουν τη διάθεση για κάτι τέτοιο. Αν μη τί άλλο, είχαν σπάσει ένα παράθυρο στο μικρό άσχημο διαμέρισμά μου -είχαν διαπράξει και άλλα τα οποία όμως δεν χρειάζεται να περιγράψω. Όμως θα προσπαθήσω να τους ανεχθώ, επειδή αυτό επιβάλλει η κοινή λογική, επειδή στο μεταπολεμικό κόσμο θα είμαστε υποχρεωμένοι να ζήσουμε με τους Γερμανούς. Δε μπορούμε να τους εξολοθρεύσουμε, όπως ακριβώς και εκείνοι δεν κατόρθωσαν να εξολοθρεύσουν τους Εβραίους. Πρέπει να συνυπάρξουμε μαζί τους, όχι για κάποιον υψηλόφρονα σκοπό, αλλά επειδή αυτό είναι το αμέσως επόμενο πράγμα που πρέπει να γίνει.

Συνεπώς δε θεωρώ την ανεκτικότητα ως ένα σπουδαίο, αιωνίως θεμελιωμένο θεϊκό αξίωμα –παρά το γεγονός ότι θα μπορούσα να παραθέσω το χωρίο «ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναὶ πολλαί εἰσίν»[2], προς υποστήριξη αυτής της άποψης. Είναι απλούστατα μία πρόχειρη λύση, κατάλληλη για έναν υπερπλήρη και υπερθερμασμένο πλανήτη. Εξακολουθεί να αποδίδει όταν η αγάπη εξαντλείται και η αγάπη γενικά εξαντλείται μόλις απομακρυνθούμε από το σπίτι μας και τους φίλους μας και σταθούμε σε μια ουρά ανάμεσα σε αγνώστους για μια χούφτα πατάτες. Η ανοχή είναι απαραίτητη εκεί, στην ουρά. Ειδάλλως αναρωτιόμαστε, «Γιατί, άραγε, οι άνθρωποι να’ ναι τόσο χασομέρηδες;»’ είναι απαραίτητη στο μετρό, «Γιατί οι άνθρωποι να’ ναι τόσο χοντροί;»’ είναι απαραίτητη στο τηλέφωνο, αλλιώς θα πούμε «Γιατί να’ ναι τόσο κουφοί;» ή αντιστρόφως, «Γιατί σιγομουρμουρίζουν μέσα απ’ τα δόντια;». Είναι απαραίτητη στο δρόμο, το γραφείο, το εργοστάσιο και πάνω απ’ όλα είναι απαραίτητη ανάμεσα στις τάξεις, τις φυλές και τα έθνη. Είναι ανιαρή. Ωστόσο απαιτεί φαντασία. Γιατί σου παρέχει όλον τον χρόνο να βάλεις τον εαυτό σου στη θέση κάποιου άλλου: πράγμα το οποίο συνιστά μία απολύτως επιθυμητή πνευματική εξάσκηση. (Τέλος 2ου μέρους)

Απόδοση στα ελληνικά: Luciano Crinamorte

[2] Ιω., 14.2

Το άρθρο του Έντγκαρ Μόργκαν Φόρστερ (1879-1970) με τίτλο The Unsung Virtue of Tolerance ακούστηκε για πρώτη φορά -υπό τη μορφή ραδιοφωνικής ομιλίας, στη ζωντανή εκπομπή που διατηρούσε ο συγγραφέας στο BBC- κατά τη διάρκεια του πολέμου (1941).

Το 1951 συμπεριελήφθη, σε ελαφρώς παραλλαγμένη μορφή, στη συλλογή άρθρων, δοκιμίων και ομιλιών που εξέδωσε ο συγγραφέας με γενικό τίτλο Two Cheers For Democracy, η οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία και πολλές επανεκδόσεις.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε στην Ελλάδα από τις εκδόσεις «Ερμείας» το 1990, με τίτλο «Δύο ζητωκραυγές για τη Δημοκρατία», σε μετάφραση της Νανάς Ησαΐα.

*Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο προέρχονται από την κινηματογραφική ταινία "Σωσίβια Λέμβος" (Lifeboat, 1944) του Άλφρεντ Χίτσκοκ, με σενάριο Τζων Στάϊνμπεκ, Τζο Σουέρλινγκ και Μπεν Χεκτ, βασισμένο σε μία ιδέα του σκηνοθέτη.



επιστροφή...
Banner 2 Banner 3 Banner 3